ρούσα

η, Ν
ζωολ.
γένος αρτιοδάκτυλων θηλαστικών τής ΝΑ. Ασίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. ινδ. rūsā].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διασυρούσας — διασῠρούσᾱς , διασύρω tear in pieces fut part act fem acc pl (attic epic doric) διασῠρούσᾱς , διασύρω tear in pieces fut part act fem gen sg (doric) διασῡρούσᾱς , διασύρω tear in pieces pres part act fem acc pl (attic epic doric ionic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συρούσας — σῠρούσᾱς , σύρω draw fut part act fem acc pl (attic epic doric) σῠρούσᾱς , σύρω draw fut part act fem gen sg (doric) σῡρούσᾱς , σύρω draw pres part act fem acc pl (attic epic doric ionic) σῡρούσᾱς , σύρω draw pres part act fem gen sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπισυρούσας — ἐπισῠρούσᾱς , ἐπισύρω drag fut part act fem acc pl (attic epic doric) ἐπισῠρούσᾱς , ἐπισύρω drag fut part act fem gen sg (doric) ἐπισῡρούσᾱς , ἐπισύρω drag pres part act fem acc pl (attic epic doric ionic) ἐπισῡρούσᾱς , ἐπισύρω drag pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυρούσας — κυρούσᾱς , κυρέω hit pres part act fem acc pl (attic epic doric) κυρούσᾱς , κυρέω hit pres part act fem gen sg (doric) κῡρούσᾱς , κυρέω hit pres part act fem acc pl (attic epic doric ionic) κῡρούσᾱς , κυρέω hit pres part act fem gen sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ρούσος — α, ο / ῥούσιος, ον, ΝΜΑ, και ρούσσος Ν, και ῥουσαῑος ΜΑ και ῥού(σ)σεος και ῥώσεος και ῥόσεος Α (κυρίως για το χρώμα τών μαλλιών) κοκκινωπός, ξανθοκόκκινος (α. «ρούσα παπαδιά» β. «ποια ναι η άσπρη, ποια ναι η ρούσα») μσν. αρχ. «οἱ ρούσιοι» οι… …   Dictionary of Greek

  • πλημμυρούσας — πλημμῡρούσᾱς , πλημμυρέω pres part act fem acc pl (attic epic doric) πλημμῡρούσᾱς , πλημμυρέω pres part act fem gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φλυαρούσας — φλυᾱρούσᾱς , φλυαρέω talk nonsense pres part act fem acc pl (attic epic doric) φλυᾱρούσᾱς , φλυαρέω talk nonsense pres part act fem gen sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Agios Nikolaos (Gemeinde) — Gemeinde Agios Nikolaos Δήμος Αγίου Νικολάου (Άγιος Νικόλαος) …   Deutsch Wikipedia

  • διωματάρης — ρα και ρούσα [διώμα] 1. αυτός που έχει διώμα, ωραίο παράστημα 2. (για γυναίκα) φιλάρεσκη, ναζιάρα …   Dictionary of Greek

  • Ζουμπουλάκη, Βούλα — (Κάιρο 1930 –). Ηθοποιός του θεάτρου. Σπούδασε στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, στη σχολή μονωδίας του Εθνικού Ωδείου, καθώς επίσης και στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πρωτοεμφανίστηκε στη Λυρική Σκηνή στον Χορό μεταμφιεσμένων… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.